Η οικονομική ανθεκτικότητα της Ελβετίας αναδεικνύει τη δυναμική ενός από τα πιο φιλικά προς τις επιχειρήσεις περιβάλλοντα της Ευρώπης, όπου οι εταιρείες μπορούν να απολύουν εργαζομένους με συγκριτικά ελάχιστους περιορισμούς.
Η ευχέρεια να απομακρύνουν σε μεγάλο βαθμό προσωπικό κατά βούληση, σε συνδυασμό με πιο περιορισμένη ρύθμιση και χαμηλούς φόρους, εκτιμάται ιδιαίτερα από τους εργοδότες σε μια χώρα της οποίας η ανταγωνιστικότητα πιέζεται διαρκώς από ένα μόνιμα ισχυρό φράγκο και από μερικούς από τους υψηλότερους μισθούς παγκοσμίως.
Καθώς αυτές οι πιέσεις δεν υποχωρούν και ενώ οι εξαγωγείς εξακολουθούν να δοκιμάζονται από μια περίοδο υπερβολικά υψηλών αμερικανικών δασμών, το ελβετικό μοντέλο ευελιξίας έχει διατηρήσει τη δυναμική της οικονομίας. Αποτελεί βασικό ανάχωμα για μια οικονομία που έχει επιλέξει να πορεύεται μόνη της.
Η προσέγγιση αυτή ξεχωρίζει ακόμη περισσότερο σε σύγκριση με τη Γερμανία, της οποίας ο καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, επιδιώκει να απαλλάξει τις επιχειρήσεις από τη ρύθμιση και τους δυσκίνητους κανόνες της αγοράς εργασίας και αυτή την εβδομάδα κάλεσε τους νομοθέτες να συμβάλουν στη «θεμελιώδη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος».
Η ελβετική οικονομία έχει υπεραποδώσει έναντι της βόρειας γειτόνισσάς της κάθε χρόνο από το 2018 και οδεύει να το κάνει ξανά.
«Οι φιλελεύθεροι εργατικοί νόμοι δεν είναι απλώς “καλό να υπάρχουν” για τις ελβετικές εταιρείες, αλλά απολύτως κρίσιμος παράγοντας για την αντιστάθμιση δυσμενών τοπικών συνθηκών, όπως το υψηλό μισθολογικό κόστος και το ισχυρό φράγκο», δήλωσε η Έβα Μπρούχιν, επικεφαλής θεμάτων εργοδοτών στον βιομηχανικό σύνδεσμο Swissmem.
Η αγορά εργασίας της Ελβετίας προσφέρει τη λιγότερο αυστηρή προστασία στην Ευρώπη και, σε παγκόσμιο επίπεδο, υστερεί μόνο έναντι τριών δικαιοδοσιών, μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ, σύμφωνα με σύγκριση του ΟΟΣΑ.
Οι κανόνες διευκολύνουν τις επιχειρήσεις να αναδιαρθρώνονται, αν και απολύσεις ακόμη και μόλις έξι ατόμων κάθε φορά πρέπει να δηλώνονται στις αρχές και συνήθως απαιτούν υποστήριξη και αποζημίωση.
Πρόσφατα παραδείγματα περιλαμβάνουν περικοπές περίπου 15.000 εργαζομένων από την UBS Group, τη μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, καθώς και αρκετών εκατοντάδων από τις φαρμακοβιομηχανίες Novartis και Pfizer. Οι επιχειρήσεις μπορούν επίσης να απολύουν προσωπικό λόγω χαμηλής απόδοσης.
«Αν κάποιος συμπεριφέρεται ανόητα ή δεν τηρεί τους κανόνες, μπορώ εύκολα να τερματίσω τη σύμβασή του», δήλωσε ο Κλαούντιο Πίτσεχ, διευθύνων σύμβουλος της Equans για την Ελβετία, παρόχου υποδομών και θυγατρικής του ομίλου Bouygues.
Ο Πίτσεχ είχε προηγουμένως ηγηθεί των ιταλικών δραστηριοτήτων των Alstom Power και Siemens. Οι ελβετικοί εργατικοί νόμοι ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που τον ώθησαν να επιστρέψει στη χώρα του μετά από 15 χρόνια στην Ιταλία.
Τρία χρόνια μετά την επιστροφή του, ωστόσο, ο Πίτσεχ είναι πιο επιφυλακτικός ως προς την ελβετική εργασιακή ευελιξία, επειδή, όπως λέει, λειτουργεί και αντίστροφα: οι εργαζόμενοι μερικές φορές αποχωρούν από τις εταιρείες μετά από πολύ σύντομο διάστημα για μια νέα ευκαιρία, και αυτή η κυκλοφορία ταλέντου πλήττει την ελβετική οικονομία.
Μια έντονη διαφορά σε σχέση με το αμερικανικό μοντέλο «προσλαμβάνω και απολύω» είναι η γενναιόδωρη κρατική στήριξη για τον μετριασμό των επιπτώσεων.
Για όσους πλήττονται, το σύστημα πρόνοιας καταβάλλει έως και το 80% του τελευταίου μισθού τους, για διάστημα έως και δύο ετών μετά τη λύση της σύμβασης.
Οι παροχές μπορούν να φτάσουν έως και τα 8.000 φράγκα (10.000 δολάρια) τον μήνα και αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν ότι οι απολυμένοι εργαζόμενοι μπορούν να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο χωρίς να περιορίζονται οι επιχειρήσεις, σύμφωνα με τον Μίχαελ Ζίγκενταλερ, επικεφαλής έρευνας για την αγορά εργασίας στο οικονομικό ινστιτούτο KOF στη Ζυρίχη.
«Η ιδέα είναι να προστατεύεται το άτομο, όχι η θέση εργασίας», σε ένα σύστημα που «διευκολύνει την υπέρβαση κρίσεων και τη διαρθρωτική αλλαγή», είπε. «Σε άλλες χώρες, οι εργαζόμενοι παραμένουν περισσότερο σε θέσεις που δεν είναι παραγωγικές».
Η Γαλλία είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική σε αυτόν τον τομέα, αλλά και η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Στην εμβληματική της αυτοκινητοβιομηχανία, για παράδειγμα, η Volkswagen κατέληξε σε συμφωνία με τους εκπροσώπους των εργαζομένων για τη σταδιακή αποχώρηση έως και 35.000 ατόμων έως το 2030 – μεταξύ άλλων μέσω προγραμμάτων συνταξιοδότησης – ως απάντηση στη χαμηλή ευρωπαϊκή ζήτηση, την άνοδο του κινεζικού ανταγωνισμού και το υψηλό κόστος.
Η δυνατότητα στην Ελβετία να απολύονται εργαζόμενοι πολύ ευκολότερα, καθώς και οι πολιτικές για μετάβαση σε καθεστώς μειωμένου χρόνου εργασίας, υπήρξαν κρίσιμοι παράγοντες που επέτρεψαν στις επιχειρήσεις να αντεπεξέλθουν με επιτυχία σε πρόσφατους κλυδωνισμούς, σύμφωνα με την Μπρούχιν της Swissmem.
Στα παραδείγματα που αναφέρει περιλαμβάνονται η επιβολή πέρυσι από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ δασμών 39% σε πολλά ελβετικά προϊόντα – οι οποίοι έκτοτε μειώθηκαν στο 15% – η ύφεση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας και η εκτίναξη του φράγκου το 2015, όταν οι αξιωματούχοι της κεντρικής τράπεζας κατάργησαν το ανώτατο όριο στην ισοτιμία του νομίσματος, πλήττοντας τους εξαγωγείς.
Παράλληλα, η εργασιακή ευελιξία συμβάλλει στην τόνωση των επενδύσεων. Σε δημοσκόπηση μεταξύ 193 εταιρειών-μελών της Swissmem, κατατάχθηκε στους τρεις σημαντικότερους λόγους, μπροστά ακόμη και από τους χαμηλούς φόρους.
Φυσικά, για τους εργαζομένους αποτελεί πρόκληση να ζουν με περιορισμένη εργασιακή προστασία, παρά τις γενναιόδωρες κοινωνικές παροχές.
«Πολλά από τα μέλη μας φοβούνται τρομερά ότι θα χάσουν τη δουλειά τους», δήλωσε η Πεππίνα Μπέελι, επικεφαλής πολιτικής της Unia, του μεγαλύτερου συνδικάτου της Ελβετίας.
Ο οργανισμός εκπροσωπεί εργαζομένους σε συγκριτικά χαμηλά αμειβόμενους κλάδους, όπως οι κατασκευές, η μεταποίηση, η φιλοξενία και τα logistics.
Όπως λέει, μία συνέπεια του ελβετικού καθεστώτος είναι η ασύμμετρη μεταχείριση, με τους μεγαλύτερης ηλικίας εργαζομένους, τα ενεργά συνδικαλιστικά μέλη και τις εγκύους να αντιμετωπίζουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο απόλυσης.
«Παρότι οι γυναίκες δεν μπορούν να απολυθούν για 16 εβδομάδες μετά τον τοκετό, υπάρχουν πολλές φρικτές ιστορίες μητέρων που βρίσκονται στον δρόμο αμέσως μόλις λήξει αυτή η περίοδος», είπε η Μπέελι.
Ένα ακόμη πρόβλημα είναι το δυνητικά υψηλό δημοσιονομικό κόστος. Ο Τίτο Μποέρι, πρόεδρος του τμήματος Οικονομικών του Πανεπιστημίου Bocconi στο Μιλάνο, δήλωσε ότι το κράτος ουσιαστικά πληρώνει για την ευελιξία των επιχειρήσεων μέσω των επιδομάτων ανεργίας και των αποζημιώσεων για μειωμένο χρόνο εργασίας.
«Επιτρέπει μεγαλύτερη κινητικότητα», είπε. «Αλλά δεν μπορούν όλες οι χώρες να αντέξουν οικονομικά ένα τέτοιο σύστημα».
Η χαμηλή ανεργία στην Ελβετία πάντως βοηθά. Η τελευταία φορά που ξεπέρασε το 4% ήταν μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 – τα στοιχεία της Παρασκευής έδειξαν ότι βρισκόταν στο 3% τον Δεκέμβριο.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ταμείο που καταβάλλει στήριξη σε απολυμένους εργαζομένους κατέγραψε πλεόνασμα 1,4 δισ. φράγκων το 2024.
Ενώ η ανεργία στη Γερμανία είναι συγκρίσιμη, οι προοπτικές της οικονομίας της είναι σήμερα πολύ λιγότερο αισιόδοξες.
Οι προβλέψεις των οικονομολόγων δείχνουν ότι η ανάπτυξη θα επιστρέψει εκεί φέτος, αλλά ότι η Ελβετία εξακολουθεί να είναι πιθανό να την ξεπεράσει.
Όσο για την έκκληση του Μερτς για δράση υπέρ των επιχειρήσεων, οι εταίροι του στον κυβερνητικό συνασπισμό των Σοσιαλδημοκρατών εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στις πολιτικές του συντηρητικού καγκελαρίου.
Πηγή: moneyreview | Με πληροφορίες από Bloomberg

