Η γερμανική βιομηχανία βρίσκεται σε μία από τις πιο ταραχώδεις περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της.
Νέα στοιχεία της Initiative Neue Soziale Marktwirtschaft (INSM), τα οποία έφτασαν στη δημοσιότητα, σκιαγραφούν μια εικόνα που μοιάζει περισσότερο με χάρτη βιομηχανικής συρρίκνωσης παρά με κανονική αναδιάρθρωση της αγοράς.
147.522 θέσεις εργασίας καταργούνται ή πρόκειται να καταργηθούν σε 88 εργοστασιακούς και εταιρικούς χώρους σε όλη τη Γερμανία, από τον Ιούλιο του 2024 μέχρι σήμερα.
Η λίστα των περικοπών διατρέχει όλο το πλάτος της οικονομίας: από αυτοκινητοβιομηχανίες και προμηθευτές εξαρτημάτων, μέχρι logistics, βαριά βιομηχανία, αεροναυπηγική, χημεία, λογισμικό και μηχανοκατασκευές.
Πρόκειται για ένα κύμα αποδόμησης που δεν αφήνει σχεδόν κανέναν κλάδο ανεπηρέαστο.
Οι μεγαλύτερες περικοπές: Ποιοι χάνουν τα περισσότερα
Η Deutsche Bahn, με έδρα στο Βερολίνο, βρίσκεται στην κορυφή της λίστας: 30.000 θέσεις εργασίας αναμένεται να εξαφανιστούν.
Πρόκειται για έναν αριθμό που αντανακλά τη χρόνια δομική κρίση του σιδηροδρόμου, την υποχρηματοδότηση και την ανάγκη εκσυγχρονισμού που έχει καθυστερήσει επί δεκαετίες.
Ακολουθούν:
- ZF Friedrichshafen: 14.000 θέσεις
- Thyssenkrupp Steel (Essen): 11.000 θέσεις
- VW (Dresden, Osnabrück, Braunschweig): 10.040 θέσεις
- Bosch (σε διάφορες περιοχές της BW & Saarland): 8.809 θέσεις
- Deutsche Post, Audi, Daimler Truck, DB Cargo: χιλιάδες ακόμη περικοπές
Η λίστα συνεχίζεται με εταιρείες όπως Ford, Siemens, Schaeffler, SAP, Continental, Goodyear, Airbus, BASF και δεκάδες μικρότερα εργοστάσια που αποτελούν το παραγωγικό «νεύρο» εκατοντάδων περιφερειών.
Το εύρος των περικοπών δεν αφορά μόνο μεγάλους κολοσσούς.
Μικρού μεγέθους βιομηχανικοί κατασκευαστές – από παραγωγούς μεταλλικών εξαρτημάτων έως χημικές μονάδες και εταιρείες ειδικών μηχανημάτων – εμφανίζονται επίσης στη λίστα.
Ακόμη και εταιρείες με λιγότερους από 100 εργαζόμενους, όπως η Rampf στη Βαυαρία, αναγκάζονται να μειώσουν προσωπικό.
Το δομικό πρόβλημα πίσω από τους αριθμούς
Για την INSM, το συμπέρασμα είναι αιχμηρό: η πολιτική ηγεσία – τόσο η προηγούμενη όσο και η σημερινή – απέτυχε να θωρακίσει τη βιομηχανική βάση της χώρας.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της οργάνωσης, Thorsten Alsleben, «οι μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας δείχνουν ξεκάθαρα πως η τρέχουσα οικονομική πολιτική δεν αποδίδει».
Οι βασικοί παράγοντες που αναφέρονται:
- υπερβολική γραφειοκρατία που φρενάρει κάθε επενδυτικό σχέδιο
- υπέρογκες τιμές ενέργειας που αποθαρρύνουν τη βαριά βιομηχανία
- υψηλή φορολογία και κόστος εργασίας
- έντονος ανταγωνισμός από χώρες με χαμηλότερο κόστος παραγωγής
- έλλειψη εξειδικευμένων εργαζομένων
- καθυστερημένη μετάβαση σε νέες τεχνολογίες
Η κριτική δεν προέρχεται μόνο από τη φιλελεύθερη INSM. Ο πρώην αντιπρόεδρος της Bundestag και στέλεχος του FDP, Wolfgang Kubicki, μιλά για «μια κυβέρνηση που δεν ανταποκρίνεται στο ρόλο της» και κατηγορεί τον καγκελάριο Friedrich Merz ότι από «Kanzler des Wachstums» εξελίχθηκε σε «Schrumpfkanzler».
Η κατηγορία που επαναλαμβάνεται σταθερά είναι πως η Γερμανία δεν προσφέρει πλέον σταθερό και ανταγωνιστικό περιβάλλον για βαριά βιομηχανία — κάτι αδιανόητο για μια χώρα που για δεκαετίες χτίστηκε πάνω σε αυτήν ακριβώς την οικονομική δύναμη.
Η μεγάλη εικόνα: Μια χώρα σε μεταβατικό σοκ
Η καταγραφή των 147.522 θέσεων που χάνονται δεν είναι απλώς μια βραχυπρόθεσμη αντίδραση σε ασθενή οικονομικά μεγέθη.
Η Γερμανία βρίσκεται σε βαθιά μετάβαση: ενεργειακός μετασχηματισμός, ψηφιοποίηση, απομάκρυνση από παραδοσιακές τεχνολογίες (όπως ο κινητήρας εσωτερικής καύσης) και τεράστιες επενδυτικές ανάγκες ασκούν αφόρητη πίεση σε παραγωγικές μονάδες.
Οι επιχειρήσεις συνομολογούν πως, χωρίς στροφή πολιτικής – ιδίως στο ενεργειακό και φορολογικό σκέλος – ο κύκλος αυτός θα ενταθεί. Και για πολλές γερμανικές πόλεις και περιοχές, η αποβιομηχάνιση δεν είναι θεωρητική πιθανότητα, αλλά ήδη ορατή πραγματικότητα.

