Σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας για την Απασχόληση (ΒΑ), χαμηλά είναι τα ποσοστά απασχόλησης των προσφύγων, με τις μεγαλύτερες πιθανότητες εύρεσης εργασίας να εντοπίζονται στα μεγάλα αστικά κέντρα της Γερμανίας.
Όπως επισημαίνεται, εργασία έχει μόνο το 49,2% από τους πολίτες που προέρχονται από τις οκτώ κύριες μη ευρωπαϊκές χώρες προέλευσης αιτούντων άσυλο στην Γερμανία (Αφγανιστάν, Ερυθραία, Ιράκ, Ιράν, Νιγηρία, Πακιστάν, Σομαλία, Συρία).
Στα δυτικά κρατίδια το ποσοστό ανέρχεται σε 49,7% και στα ανατολικά σε 46,5%.
Τα στοιχεία αφορούν επίσης τόσο τις θέσεις εργασίας που περιλαμβάνουν και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης όσο και τις θέσεις μερικής απασχόλησης.
Το χαμηλότερο ποσοστό εργαζόμενων προσφύγων βρίσκεται στην Σαξονία-‘Ανχαλτ με 43,1% και ακολουθούν το Βρανδεμβούργο με 43,2%, το Μεκλεμβούργο-Πομερανία με 44,2% και το Ζάαρλαντ με 44,6%.
Στον αντίποδα, το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης βρίσκεται στο Αμβούργο με 54,7% και ακολουθούν η Βαυαρία με 54,2%, η Βάδη-Βυρτεμβέργη με 52,1% και η Ρηνανία-Παλατινάτο με 49,4%.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Χέρμπερτ Μπρούκερ του Ινστιτούτου της Νυρεμβέργης για την Έρευνα γύρω από την Απασχόληση (ΙΑΒ), ο οποίος ανέλυσε τα στοιχεία για λογαριασμό της BILD, οι μεγάλες πόλεις προσφέρουν πλεονεκτήματα σχετικά με την ένταξη των προσφύγων στην αγορά εργασίας, «επειδή διαθέτουν θέσεις απασχόλησης σε όλων των ειδών τους κλάδους και τις βαθμίδες: από πωλητές κεμπάπ έως γιατρούς σε νοσοκομεία, άρα είναι πιο πιθανό να βρει κανείς εκεί δουλειά από ό,τι στις αγροτικές περιοχές».
Ειδικά το Αμβούργο, σημείωσε ο κ. Μπρούκερ, έχει λάβει σημαντικά μέτρα για την ένταξη των προσφύγων, με μαθήματα γλώσσας, εκπαίδευση και κατάρτιση, αλλά και οργανωμένη αναζήτηση εργασίας, ενώ στην περίπτωση της Βαυαρίας, «σίγουρα βοηθά η οικονομική ισχύς» του κρατιδίου.

